le désert
Pronunciation
/dezɛʀ/

Ορισμός και σημασία του "désert"στα γαλλικά

Le désert
[gender: masculine]
01

έρημος, άγονη περιοχή

région très sèche avec peu ou pas de végétation
le désert definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
déserts
Παραδείγματα
Un mirage est un phénomène courant dans le désert.
Η αντικατοπτρίζουσα εικόνα είναι ένα κοινό φαινόμενο στην έρημο.
01

έρημος, ακατοίκητος

vide, sans habitants ou sans activité humaine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus désert
συγκριτικός βαθμός
plus désert
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
désert
αρσενικό πληθυντικό
déserts
θηλυκό ενικό
déserte
θηλυκό πληθυντικό
désertes
Παραδείγματα
La plage était déserte, il n' y avait personne.
Η παραλία ήταν έρημη, δεν υπήρχε κανείς εκεί.
02

άδειος, έρημος

où il n'y a presque personne, peu fréquenté
Παραδείγματα
Le musée était désert, on a pu tout voir tranquillement.
Το μουσείο ήταν έρημο, μπορέσαμε να δούμε τα πάντα ήρεμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store