le dentiste
dentiste
dɑ̃tist
daatist

Ορισμός και σημασία του "dentiste"στα γαλλικά

01

οδοντίατρος, οδοντίατρος

personne qui soigne les dents et les problèmes buccaux 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dentistes
αρσενικό ενικό
dentiste
θηλυκό ενικό
dentiste
Παραδείγματα
Le dentiste nettoie les dents des patients. 

Ο οδοντίατρος καθαρίζει τα δόντια των ασθενών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store