Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
direct
01
άμεσος, ευθύς
qui va d'un point à un autre sans détour, sans changer de direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
direct
αρσενικό πληθυντικό
directs
θηλυκό ενικό
directe
θηλυκό πληθυντικό
directes
Παραδείγματα
C' est le chemin le plus direct pour arriver à la ville.
Είναι ένας άμεσος δρόμος.
02
άμεσος, ειλικρινής
qui est franc, sans détour dans le discours ou le comportement
Παραδείγματα
C' est une personne très directe.
Η απάντησή του ήταν πολύ άμεση, σχεδόν βίαιη.
Le direct
01
ζωντανή μετάδοση, απευθείας μετάδοση
émission ou programme diffusé au moment où il se déroule, sans enregistrement préalable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
directs
Παραδείγματα
On n' a pas le droit à l' erreur lors des directs.
Είδαν τον αγώνα ζωντανά στην τηλεόραση.
Λεξικό Δέντρο
indirect
direct



























