Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acoger
01
καλωσορίζω, δέχομαι
recibir a alguien con agrado o amabilidad
Παραδείγματα
El pueblo acogió a los visitantes extranjeros con hospitalidad.
Το χωριό δέχτηκε τους ξένους επισκέπτες με φιλοξενία.
02
αποδέχομαι, αντιδρώ
responder o reaccionar de cierta manera ante algo recibido
Παραδείγματα
La propuesta fue acogida de forma favorable.
Η πρόταση δέχτηκε ευνοϊκά.
03
υιοθετώ
recibir y cuidar temporalmente a un niño o persona en necesidad
Παραδείγματα
Decidieron acoger a varios animales abandonados en su hogar.
Αποφάσισαν να φιλοξενήσουν πολλά εγκαταλειμμένα ζώα στο σπίτι τους.
04
φιλοξενώ, παρέχω καταφύγιο
dar alojamiento o refugio a una persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
acogo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acoge
ενεστώτα μετοχή
acogiendo
απλός αόριστος
acogí
παθητική μετοχή
acogido
Παραδείγματα
La comunidad acogió a los evacuados tras la tormenta.
Η κοινότητα υποδέχθηκε τους εκκενωθέντες μετά τη θύελλα.



























