Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acoger
01
καλωσορίζω, δέχομαι
recibir a alguien con agrado o amabilidad
Παραδείγματα
Los organizadores acogieron a los invitados con una sonrisa.
Οι διοργανωτές υποδέχτηκαν τους καλεσμένους με ένα χαμόγελο.
02
αποδέχομαι, αντιδρώ
responder o reaccionar de cierta manera ante algo recibido
Παραδείγματα
La propuesta fue acogida con entusiasmo por el comité.
Η πρόταση έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από την επιτροπή.
03
υιοθετώ
recibir y cuidar temporalmente a un niño o persona en necesidad
Παραδείγματα
La familia decidió acoger a un niño huérfano durante el verano.
Η οικογένεια αποφάσισε να φιλοξενήσει ένα ορφανό παιδί κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
04
φιλοξενώ, παρέχω καταφύγιο
dar alojamiento o refugio a una persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
acogo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acoge
ενεστώτα μετοχή
acogiendo
απλός αόριστος
acogí
παθητική μετοχή
acogido
Παραδείγματα
La familia acogió a los viajeros en su casa.
Η οικογένεια φιλοξένησε τους ταξιδιώτες στο σπίτι τους.



























