Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acogedor
01
φιλόξενος, ζεστός
que hace sentir bienvenido y cómodo a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más acogedor
συγκριτικός βαθμός
más acogedor
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
acogedor
αρσενικό πληθυντικό
acogedores
θηλυκό ενικό
acogedora
θηλυκό πληθυντικό
acogedoras
Παραδείγματα
La posada era acogedora y tranquila.
Το πανδοχείο ήταν ζεστό και φιλόξενο και ήσυχο.
02
ζεστός, άνετος
que resulta cómodo, agradable y cálido
Παραδείγματα
El restaurante es pequeño pero acogedor.
Το εστιατόριο είναι μικρό αλλά ζεστό.



























