happy
ha
ˈhæ
ppy
pi
pi
harpyhaplyhippy

Ορισμός και σημασία του "happy"στα αγγλικά

01

ευτυχισμένος,χαρούμενος, feeling good or glad

emotionally feeling good or glad 
happy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
happiest
συγκριτικός βαθμός
happier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was happy when he got the job he had been hoping for. 

Ήταν ευτυχισμένος όταν πήρε τη δουλειά που ήλπιζε.

1.1

ευτυχισμένος, χαρούμενος

bringing or causing feelings of pleasure and joy 
Παραδείγματα
Finding a forgotten childhood toy brought back happy memories. 

Η εύρεση ενός ξεχασμένου παιδικού παιχνιδιού έφερε πίσω χαρούμενες αναμνήσεις.

02

ευτυχισμένος, τυχερός

having good fortune or being favored by luck 
Παραδείγματα
It was a happy coincidence that they both ended up at the same event. 

Ήταν μια τυχερή σύμπτωση που και οι δύο κατέληξαν στο ίδιο γεγονός.

03

κατάλληλος, ταιριαστός

(of words, ideas, or behavior) well-suited and fitting for a particular context or circumstance 
Παραδείγματα
Picking him as the committee chairman was a very happy decision. 

Η επιλογή του ως πρόεδρος της επιτροπής ήταν μια πολύ κατάλληλη απόφαση.

04

ευτυχισμένος, χαρούμενος

willing to do something 
Παραδείγματα
I would be happy to help you with your homework. 

Θα ήταν ευτυχής να σε βοηθήσω με την εργασία σου.

05

ευτυχισμένος, ικανοποιημένος

satisfied or pleased with a situation, event, quality, etc. 
Παραδείγματα
I'm happy with the progress we've made on the project. 

Είμαι ευχαριστημένος με την πρόοδο που έχουμε κάνει στο έργο.

06

Ευτυχισμένος, Χαρούμενος

used to express well-wishing and delight on a special holiday or occasion 
Παραδείγματα
Happy New Year! 

Ευτυχισμένο το Νέο Έτος!

07

εύκολος στο πυροβολισμό, τείνει να χρησιμοποιεί όπλο

having a tendency to do or use something impulsively or compulsively 
Παραδείγματα
That security guard had a reputation for being a little too trigger-happy. 

Αυτός ο φύλακας ασφαλείας είχε τη φήμη ότι είναι λίγο πολύ πυροβολισμός-ευτυχισμένος.

08

παθιασμένος, ενθουσιώδης

intensely enthusiastic and passionate about a particular subject or activity 
Παραδείγματα
My brother is music-happy and spends hours practicing his guitar. 

Ο αδερφός μου είναι ευτυχισμένος με τη μουσική και περνάει ώρες εξασκούμενος στην κιθάρα του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store