Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jovial
01
ευδιάθετος, χαρούμενος
having a cheerful and friendly demeanor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most jovial
συγκριτικός βαθμός
more jovial
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, emotion, behavior
Παραδείγματα
His jovial nature and infectious laughter made him the life of every party.
Η χαρούμενη φύση του και το μεταδοτικό γέλιο του τον έκαναν την ψυχή κάθε πάρτι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
joviality
jovially
jovial
jove



























