jovial
jo
ˈdʒəʊ
dzhew
vial
vɪəl
viel

Ορισμός και σημασία του "jovial"στα αγγλικά

01

ευδιάθετος, χαρούμενος

having a cheerful and friendly demeanor 
jovial definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most jovial
συγκριτικός βαθμός
more jovial
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His jovial nature and infectious laughter made him the life of every party. 

Η χαρούμενη φύση του και το μεταδοτικό γέλιο του τον έκαναν την ψυχή κάθε πάρτι.

Λεξικό Δέντρο

joviality
jovially
jovial
jove
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store