Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Journeyman
01
τεχνίτης, έμπειρος τεχνίτης
a craftsman who has completed an apprenticeship and has a certain level of skill and experience in their craft, but is not yet a master craftsman
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
journeymen
αρσενικό ενικό
journeyman
θηλυκό ενικό
journeywoman
neutral form
journeyer
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
journeyman
journey
man



























