Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to grow
01
μεγαλώνω, αναπτύσσομαι
to get larger and taller and become an adult over time
Intransitive
Παραδείγματα
As they grow, puppies require a lot of care and attention.
Καθώς μεγαλώνουν, τα κουτάβια απαιτούν πολλή φροντίδα και προσοχή.
1.1
μεγαλώνω, αναπτύσσομαι
(of a plant) to naturally exist and develop
Intransitive: to grow
Παραδείγματα
These mushrooms grow in damp, wooded areas.
Αυτά τα μανιτάρια μεγαλώνουν σε υγρές, δασώδεις περιοχές.
1.2
μεγαλώνω, αναπτύσσομαι
(of hair, nails, etc.) to develop or become longer
Intransitive
Παραδείγματα
His beard started to grow in his late teens, giving him a more mature look.
Το γενειάδι του άρχισε να μεγαλώνει στα τελευταία του εφηβικά χρόνια, δίνοντάς του μια πιο ώριμη εμφάνιση.
1.3
καλλιεργώ, αναπτύσσω
to cause a plant to develop and give fruit or flowers
Transitive: to grow a plant
Παραδείγματα
He 's trying to grow organic strawberries.
Προσπαθεί να καλλιεργήσει οργανικές φράουλες.
1.4
αφήνω να μεγαλώσει, καλλιεργώ
to let one's hair, nail, etc. become longer
Transitive: to grow one's hair or nail
Παραδείγματα
She 's growing her nails for a special event.
Αφήνει τα νύχια της να μεγαλώσουν για μια ειδική εκδήλωση.
02
μεγαλώνω, αυξάνομαι
to become greater in size, amount, number, or quality
Intransitive
Παραδείγματα
His confidence in public speaking has grown remarkably.
Η αυτοπεποίθησή του στην ομιλία σε δημόσιο χώρο έχει αυξηθεί αξιοσημείωτα.
Παραδείγματα
With each setback, Mark grew more determined to succeed.
Με κάθε αναποδιά, ο Mark γινόταν πιο αποφασισμένος να πετύχει.
3.1
αναπτύσσομαι, προοδεύω
(of people) to acquire and improve a specific skill or quality
Intransitive
Παραδείγματα
He keeps growing as a musician.
Συνεχίζει να μεγαλώνει ως μουσικός.
Λεξικό Δέντρο
grower
growing
growing
grow



























