Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to augment
01
αυξάνω, ενισχύω
to add to something's value, effect, size, or amount
Transitive: to augment sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
augment
γ΄ ενικό πρόσωπο
augments
ενεστώτα μετοχή
augmenting
απλός αόριστος
augmented
παθητική μετοχή
augmented
Παραδείγματα
She augments her income by taking on freelance projects.
Εκείνη αυξάνει το εισόδημά της αναλαμβάνοντας ελεύθερες εργασίες.
Παραδείγματα
With the arrival of spring, the bird population in the area begins to augment as migratory species return.
Με την άφιξη της άνοιξης, ο πληθυσμός των πουλιών στην περιοχή αρχίζει να αυξάνεται καθώς επιστρέφουν τα μεταναστευτικά είδη.
Λεξικό Δέντρο
augmentative
augmented
augment



























