Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
augmented
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most augmented
συγκριτικός βαθμός
more augmented
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team’s workforce was augmented with additional staff to handle the project.
Το εργατικό δυναμικό της ομάδας ενισχύθηκε με πρόσθετο προσωπικό για να χειριστεί το έργο.
02
διευρυμένο, αυξημένο σε μέγεθος ή ύψος τόνου
(of a musical interval) increased in size or pitch, typically by a half step
Παραδείγματα
The composer used an augmented chord to add tension and drama to the final section of the piece.
Ο συνθέτης χρησιμοποίησε μια αυξημένη χορδή για να προσθέσει ένταση και δράμα στο τελικό τμήμα του κομματιού.
Λεξικό Δέντρο
augmented
augment



























