Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Augmentation
01
αύξηση, επιδότηση
the act or process of adding the amount, value, or size of something
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
augmentations
Παραδείγματα
The recent augmentation of staff has significantly improved the efficiency of the department.
Η πρόσφατη αύξηση του προσωπικού βελτίωσε σημαντικά την αποτελεσματικότητα του τμήματος.
02
αύξηση, επέκταση
the musical technique of restating a theme using notes of longer duration, typically doubling the length of the original
Παραδείγματα
The composer used augmentation to give the melody a more solemn character.
Ο συνθέτης χρησιμοποίησε αύξηση για να δώσει στη μελωδία έναν πιο επίσημο χαρακτήρα.
03
αύξηση
the process of increasing or enlarging something in size or quantity
Παραδείγματα
Augmentation of the budget is necessary to fund our expansion plans.
Η αύξηση του προϋπολογισμού είναι απαραίτητη για τη χρηματοδότηση των σχεδίων επέκτασής μας.
Λεξικό Δέντρο
augmentation
augmentat



























