augmented
aug
ɑg
αγκ
men
ˈmɛn
μεν
ted
tɪd
τιντ
/ɔːɡmˈɛntɪd/

Ορισμός και σημασία του "augmented"στα αγγλικά

01

ενισχυμένος, διευρυμένος

made greater in quantity, size, or intensity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most augmented
συγκριτικός βαθμός
more augmented
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The budget for the campaign was augmented to include more advertising opportunities.
Ο προϋπολογισμός για την καμπάνια αυξήθηκε για να συμπεριλάβει περισσότερες ευκαιρίες διαφήμισης.
02

διευρυμένο, αυξημένο σε μέγεθος ή ύψος τόνου

(of a musical interval) increased in size or pitch, typically by a half step
Παραδείγματα
The music theory lesson focused on how augmented chords can enhance emotional expression in compositions.
Το μάθημα θεωρίας μουσικής επικεντρώθηκε στο πώς οι αυξημένες χορδές μπορούν να ενισχύσουν τη συναισθηματική έκφραση στις συνθέσεις.

Λεξικό Δέντρο

augmented
augment
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store