Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sharpened
01
ακονισμένος, αιχμηρός
having the point made sharp
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sharpened
συγκριτικός βαθμός
more sharpened
διαβαθμίσιμο
02
ακονισμένος, κοφτερός
made sharp or sharper
03
δίεση, υψωμένο
(of a musical note) raised in pitch by a half step, creating a higher tone than the natural pitch
Παραδείγματα
The song's chorus featured a sharpened note that gave it a more dramatic and uplifting feel.
Το ρεφρέν του τραγουδιού περιελάμβανε μια υψηλή νότα που του έδωσε ένα πιο δραματικό και ανυψωτικό αίσθημα.
Λεξικό Δέντρο
unsharpened
sharpened
sharpen



























