sharpened
shar
ˈʃɑr
σαρ
pened
pənd
πανντ
/ʃˈɑːpənd/

Ορισμός και σημασία του "sharpened"στα αγγλικά

01

ακονισμένος, αιχμηρός

having the point made sharp
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sharpened
συγκριτικός βαθμός
more sharpened
διαβαθμίσιμο
02

ακονισμένος, κοφτερός

made sharp or sharper
03

δίεση, υψωμένο

(of a musical note) raised in pitch by a half step, creating a higher tone than the natural pitch
Παραδείγματα
In the final section, the sharpened notes created a sense of tension and resolution.
Στο τελικό τμήμα, οι υψηλότερες νότες δημιούργησαν μια αίσθηση έντασης και επίλυσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store