Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
French leave
01
αποχώρηση χωρίς άδεια, αδικαιολόγητη απουσία
an unannounced and unauthorized absence from a job, workplace, or other commitment
αποδοκιμαστικό
χιουμοριστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He took French leave after lunch and never returned to the office.
Μετά το μεσημεριανό έφυγε χωρίς άδεια και δεν γύρισε ποτέ στο γραφείο.
02
γαλλική αναχώρηση, φεύγω χωρίς αντίο
a situation in which a person leaves a social gathering or event without informing anyone or saying goodbye to the host or other guests
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
French leaves
Παραδείγματα
Is Bill coming back for the closing speech or has he taken French leave?
Επιστρέφει ο Bill για τον κλειστικό λόγο ή πήρε γαλλική άδεια;



























