Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
freely
01
ελεύθερα, χωρίς περιορισμούς
without being controlled or limited by others
Παραδείγματα
The prisoner, once released, walked freely out of the courthouse.
Ο κρατούμενος, μόλις αφέθηκε ελεύθερος, βγήκε ελεύθερα από το δικαστήριο.
1.1
ελεύθερα, χωρίς εμπόδια
without obstruction, interference, or restriction
Παραδείγματα
Electricity freely passes through this conductor.
Ο ηλεκτρισμός περνά ελεύθερα μέσα από αυτόν τον αγωγό.
Παραδείγματα
Paint was applied freely across the canvas in broad strokes.
Το χρώμα εφαρμόστηκε ελεύθερα στον καμβά με ευρείες πινελιές.
Παραδείγματα
He freely expressed his concerns to the board.
Ελεύθερα εξέφρασε τις ανησυχίες του στο διοικητικό συμβούλιο.
1.4
ελεύθερα, εκούσια
willingly and voluntarily; without pressure or force
Παραδείγματα
The artist freely donated his work to the charity auction.
Ο καλλιτέχνης εθελοντικά δώρισε το έργο του στη φιλανθρωπική δημοπρασία.
Λεξικό Δέντρο
freely
free



























