Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
freely
01
ελεύθερα, χωρίς περιορισμούς
without being controlled or limited by others
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
After retirement, she traveled freely across Europe without a fixed itinerary.
Μετά τη συνταξιοδότηση, ταξίδεψε ελεύθερα σε όλη την Ευρώπη χωρίς σταθερό δρομολόγιο.
1.1
ελεύθερα, χωρίς εμπόδια
without obstruction, interference, or restriction
Παραδείγματα
Ideas must freely circulate in a university environment.
Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα σε ένα πανεπιστημιακό περιβάλλον.
Παραδείγματα
During the feast, wine was poured freely.
Κατά τη διάρκεια της γιορτής, το κρασί χυνόταν απεριόριστα.
Παραδείγματα
She freely admitted her doubts about the plan.
Εκείνη ελεύθερα παραδέχτηκε τις αμφιβολίες της για το σχέδιο.
1.4
ελεύθερα, εκούσια
willingly and voluntarily; without pressure or force
Παραδείγματα
She freely chose to support the initiative.
Εκείνη ελεύθερα επέλεξε να υποστηρίξει την πρωτοβουλία.
Λεξικό Δέντρο
freely
free



























