freely
free
ˈfri
φρι
ly
li
λι
/fɹˈiːli/

Ορισμός και σημασία του "freely"στα αγγλικά

01

ελεύθερα, χωρίς περιορισμούς

without being controlled or limited by others
freely definition and meaning
Παραδείγματα
The prisoner, once released, walked freely out of the courthouse.
Ο κρατούμενος, μόλις αφέθηκε ελεύθερος, βγήκε ελεύθερα από το δικαστήριο.
1.1

ελεύθερα, χωρίς εμπόδια

without obstruction, interference, or restriction
Παραδείγματα
Electricity freely passes through this conductor.
Ο ηλεκτρισμός περνά ελεύθερα μέσα από αυτόν τον αγωγό.
1.2

γενναιόδωρα, άφθονα

in large or generous quantities
Παραδείγματα
Paint was applied freely across the canvas in broad strokes.
Το χρώμα εφαρμόστηκε ελεύθερα στον καμβά με ευρείες πινελιές.
1.3

ελεύθερα, ειλικρινά

in an open, honest, or candid manner
Παραδείγματα
He freely expressed his concerns to the board.
Ελεύθερα εξέφρασε τις ανησυχίες του στο διοικητικό συμβούλιο.
1.4

ελεύθερα, εκούσια

willingly and voluntarily; without pressure or force
Παραδείγματα
The artist freely donated his work to the charity auction.
Ο καλλιτέχνης εθελοντικά δώρισε το έργο του στη φιλανθρωπική δημοπρασία.
1.5

ελεύθερα, με ελευθερία

in a way that departs from strict rules, forms, or models
Παραδείγματα
The story was freely based on historical events but included fictional characters.
Η ιστορία βασιζόταν ελεύθερα σε ιστορικά γεγονότα αλλά περιλάμβανε φανταστικούς χαρακτήρες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store