Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Freeloader
01
παρασιτικός, τζαμπατζής
a person who habitually takes advantage of others' generosity without offering anything in return
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
freeloaders
Παραδείγματα
She's tired of being taken advantage of by that freeloader who never contributes anything.
Έχει κουραστεί να την εκμεταλλεύεται αυτός ο παράσιτος που δεν συνεισφέρει ποτέ τίποτα.
Λεξικό Δέντρο
freeloader
freeload
free
load



























