freeloader
free
ˈfri:
fri
loa
ləʊ
lew
der

Ορισμός και σημασία του "freeloader"στα αγγλικά

01

παρασιτικός, τζαμπατζής

a person who habitually takes advantage of others' generosity without offering anything in return 
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
freeloaders
Παραδείγματα
She's tired of being taken advantage of by that freeloader who never contributes anything. 

Έχει κουραστεί να την εκμεταλλεύεται αυτός ο παράσιτος που δεν συνεισφέρει ποτέ τίποτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store