freeloader
Pronunciation
/ˈfriˌloʊdɚ/

Ορισμός και σημασία του "freeloader"στα αγγλικά

01

παρασιτικός, τζαμπατζής

a person who habitually takes advantage of others' generosity without offering anything in return
offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
freeloaders
Παραδείγματα
Despite contributing nothing to the household expenses, he always managed to be the first in line for dinner, earning himself the title of the family freeloader.
Παρόλο που δεν συνέβαλε τίποτα στα οικογενειακά έξοδα, κατάφερνε πάντα να είναι πρώτος στη σειρά για το δείπνο, κερδίζοντας τον τίτλο του οικογενειακού παράσιτου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store