Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bluntly
01
ειλικρινά, χωρίς περιστροφές
in a direct and plain-spoken manner, often with little regard for tact or diplomacy
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She bluntly told him that his idea wouldn't work.
Του είπε κατηγορηματικά ότι η ιδέα του δεν θα λειτουργούσε.
1.1
απροκάλυπτα, χωρίς λεπτότητα
in a crude or overly simple way, without subtlety, precision, or discernment
Παραδείγματα
The rule was enforced too bluntly, without considering special cases.
Ο κανόνας εφαρμόστηκε πολύ απότομα, χωρίς να ληφθούν υπόψη ειδικές περιπτώσεις.
02
αμβλύ, με αμβλύ τρόπο
in a way that lacks a sharp edge or point
Παραδείγματα
The tool was shaped bluntly to avoid cutting the surface.
Το εργαλείο διαμορφώθηκε αμβλύ για να αποφευχθεί η κοπή της επιφάνειας.
Λεξικό Δέντρο
bluntly
blunt



























