Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bluntly
01
ειλικρινά, χωρίς περιστροφές
in a direct and plain-spoken manner, often with little regard for tact or diplomacy
Παραδείγματα
The critic bluntly dismissed the film as boring and clichéd.
Ο κριτικός απευθείας απέρριψε την ταινία ως βαρετή και κλισέ.
1.1
απροκάλυπτα, χωρίς λεπτότητα
in a crude or overly simple way, without subtlety, precision, or discernment
Παραδείγματα
The software flagged errors too bluntly, offering no context or solution.
Το λογισμικό σημείωσε τα λάθη με πολύ απότομο τρόπο, χωρίς να προσφέρει πλαίσιο ή λύση.
02
αμβλύ, με αμβλύ τρόπο
in a way that lacks a sharp edge or point
Παραδείγματα
The knife cut bluntly through the fruit, squashing it more than slicing it.
Το μαχαίρι έκοψε αμβλύ μέσα από το φρούτο, συνθλίβοντάς το περισσότερο από το να το κόβει.
Λεξικό Δέντρο
bluntly
blunt



























