Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blurred
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blurred
συγκριτικός βαθμός
more blurred
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The photograph came out blurred because the camera was shaking when the picture was taken.
Η φωτογραφία βγήκε θολή επειδή η κάμερα τρέμολαι όταν τραβήχτηκε η εικόνα.
02
θολός, ασαφής
vague in meaning, expression, or outline
Παραδείγματα
His explanation was blurred, leaving everyone confused.
Η εξήγησή του ήταν θολή, αφήνοντας όλους μπερδεμένους.



























