blurred
blurred
blɜ:d
blēd
burred

Ορισμός και σημασία του "blurred"στα αγγλικά

01

θολός, ασαφής

not clear or distinct 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blurred
συγκριτικός βαθμός
more blurred
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The photograph came out blurred because the camera was shaking when the picture was taken. 

Η φωτογραφία βγήκε θολή επειδή η κάμερα τρέμολαι όταν τραβήχτηκε η εικόνα.

02

θολός, ασαφής

vague in meaning, expression, or outline 
Παραδείγματα
His explanation was blurred, leaving everyone confused. 

Η εξήγησή του ήταν θολή, αφήνοντας όλους μπερδεμένους.

Λεξικό Δέντρο

blurred
blur
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store