Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fiery
01
φλογερός, καυτός
having an intense shade of orange or red, like the colors of fire or molten lava
Παραδείγματα
The dragon 's scales shimmered in fiery shades of orange and gold.
Τα λέπια του δράκου λάμπιζαν σε φλογερές αποχρώσεις πορτοκαλί και χρυσού.
Παραδείγματα
The dragon let out a fiery breath, scorching everything in its path.
Ο δράκος εξέπνευσε μια φλογερή ανάσα, καίγοντας όλα στο πέρασμά του.
03
φλογερό, παθιασμένο
characterized by intensity, passion, or strong emotion
Παραδείγματα
During the intense debate, both candidates exchanged fiery arguments to win over the audience.
Κατά τη διάρκεια της έντονης συζήτησης, και οι δύο υποψήφιοι ανταλλάσσαν φλογερά επιχειρήματα για να κερδίσουν το κοινό.
04
εύφλεκτος, φλογερός
easily ignitable or capable of burning intensely
Παραδείγματα
The fiery nature of the chemicals required extra caution during transportation.
Η εύφλεκτη φύση των χημικών απαιτούσε επιπλέον προσοχή κατά τη μεταφορά.
Παραδείγματα
He loved the fiery peppers that gave the dish its signature heat and flavor.
Αγαπούσε τις φλογερές πιπεριές που έδιναν στο πιάτο τη χαρακτηριστική του θερμότητα και γεύση.



























