enkindled
Pronunciation
/ɛnkˈɪndəld/

Ορισμός και σημασία του "enkindled"στα αγγλικά

01

ανάμμένος, φλεγόμενος

set ablaze or ignited
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enkindled
συγκριτικός βαθμός
more enkindled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The enkindled coals provided just enough heat for the evening barbecue.
Τα ανάμμενα κάρβουνα παρείχαν αρκετή θερμότητα για το βραδινό μπάρμπεκιου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store