Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enlightened
01
φωτισμένος, γνώστης
possessing knowledge and awareness on different matters
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enlightened
συγκριτικός βαθμός
more enlightened
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The enlightened artist used their work to convey thought-provoking messages.
Ο φωτισμένος καλλιτέχνης χρησιμοποίησε το έργο του για να μεταδώσει μηνύματα που προκαλούν σκέψη.
02
φωτισμένος, μορφωμένος
characterized by full comprehension of the problem involved
Enlightened
01
μυημένος, φωτισμένος
people who have been introduced to the mysteries of some field or activity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
enlightened
Λεξικό Δέντρο
unenlightened
enlightened
enlighten
lighten



























