enlivening
Pronunciation
/ɛnˈɫaɪvənɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "enlivening"στα αγγλικά

enlivening
01

ζωηρός, ενθαρρυντικός

making something more vibrant or animated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enlivening
συγκριτικός βαθμός
more enlivening
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The comedian's jokes had an enlivening impact, causing laughter to echo through the venue.
Τα αστεία του κωμικού είχαν μια ζωηρή επίδραση, προκαλώντας γέλιο που ηχούσε στο χώρο.

Λεξικό Δέντρο

enlivening
enliven
liven
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store