Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enlivening
01
ζωηρός, ενθαρρυντικός
making something more vibrant or animated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enlivening
συγκριτικός βαθμός
more enlivening
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
effect, experience, atmosphere
Παραδείγματα
The enlivening music played at the party encouraged everyone to hit the dance floor.
Η ζωντανεύουσα μουσική που παίχτηκε στο πάρτι ενθάρρυνε όλους να βγουν στο πάτωμα του χορού.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
enlivening
enliven
liven



























