Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Enmity
01
εχθρότητα, εχθρα
the feeling of hate and hostility toward someone
Παραδείγματα
The peace talks aimed to resolve the enmity between the neighboring countries and establish a lasting friendship.
Οι ειρηνευτικές συνομιλίες είχαν ως στόχο να λύσουν τη εχθρότητα μεταξύ γειτονικών χωρών και να καθιερώσουν μια διαρκή φιλία.
02
εχθρότητα, εχθρικότητα
a sentiment of hatred or hostility



























