enmity
en
ˈɛn
en
mi
mi
ty
ti
ti
entity

Ορισμός και σημασία του "enmity"στα αγγλικά

01

εχθρότητα, εχθρα

the feeling of hate and hostility toward someone 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The long-standing enmity between the two families made every encounter tense and unpleasant. 

Η μακρόχρονη εχθρότητα μεταξύ των δύο οικογενειών έκανε κάθε συνάντηση τεταμένη και δυσάρεστη.

02

εχθρότητα, εχθρικότητα

a sentiment of hatred or hostility 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store