Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to alight
01
καθίζω, προσγειώνομαι
to settle or land on a surface, often referring to a bird or insect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
alight
γ΄ ενικό πρόσωπο
alights
ενεστώτα μετοχή
alighting
απλός αόριστος
alit
παθητική μετοχή
alit
Παραδείγματα
As the sun set, fireflies began to alight on the branches, filling the forest with their gentle glow.
Καθώς ο ήλιος έδυε, οι πυγολαμπίδες άρχισαν να καθίζουν στα κλαδιά, γεμίζοντας το δάσος με την απαλή λάμψη τους.
02
κατεβαίνω, βγαίνω
to get off or out of a vehicle or conveyance, especially after a journey
Παραδείγματα
They alighted from the bus at the next stop.
Κατέβηκαν από το λεωφορείο στην επόμενη στάση.
alight
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pile of dry leaves was quickly set alight.
Ο σωρός των ξερών φύλλων άναψε γρήγορα.
02
λαμπερός, φωτεινός
shining brightly with light
Παραδείγματα
The night sky was alight with stars.
Ο νυχτερινός ουρανός ήταν φωτεινός με αστέρια.



























