Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alikeness
01
ομοιότητα, παρόμοιο
similarity in appearance or character or nature between persons or things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
alikenesses
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
alikeness
alike



























