aliment
a
ˈɑ:
α
li
li
λι
ment
mənt
μαντ
/ˈɑːlimənt/

Ορισμός και σημασία του "aliment"στα αγγλικά

01

τροφή, διατροφή

a source of nourishment for the body
aliment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The doctor emphasized the importance of balanced aliment to support recovery.
Ο γιατρός τόνισε τη σημασία της ισορροπημένης διατροφής για την υποστήριξη της ανάκαμψης.
to aliment
01

ταΐζω, τρέφω

give nourishment to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
aliment
γ΄ ενικό πρόσωπο
aliments
ενεστώτα μετοχή
alimenting
απλός αόριστος
alimented
παθητική μετοχή
alimented
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store