Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aliment
01
τροφή, διατροφή
a source of nourishment for the body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The doctor emphasized the importance of balanced aliment to support recovery.
Ο γιατρός τόνισε τη σημασία της ισορροπημένης διατροφής για την υποστήριξη της ανάκαμψης.
to aliment
01
ταΐζω, τρέφω
give nourishment to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
aliment
γ΄ ενικό πρόσωπο
aliments
ενεστώτα μετοχή
alimenting
απλός αόριστος
alimented
παθητική μετοχή
alimented



























