aliment
a
ˈæ
ā
li
li
ment
mənt
mēnt
ailment

Ορισμός και σημασία του "aliment"στα αγγλικά

01

τροφή, διατροφή

a source of nourishment for the body 
aliment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Fresh fruits and vegetables provide essential aliment for a healthy diet. 

Τα φρέσκα φρούτα και λαχανικά παρέχουν απαραίτητη τροφή για μια υγιεινή διατροφή.

to aliment
01

ταΐζω, τρέφω

give nourishment to 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
aliment
γ΄ ενικό πρόσωπο
aliments
ενεστώτα μετοχή
alimenting
απλός αόριστος
alimented
παθητική μετοχή
alimented
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store