Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alienating
01
αλλοτριωτικός, απομονωτικός
making someone feel rejected or excluded, leading to a sense of distance or disconnection from others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most alienating
συγκριτικός βαθμός
more alienating
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
social, behavior, emotion
Παραδείγματα
Her alienating comments pushed her friends away.
Τα αποξενωτικά σχόλιά της απώθησαν τους φίλους της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
alienating
alienate
alien



























