Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alienating
01
αλλοτριωτικός, απομονωτικός
making someone feel rejected or excluded, leading to a sense of distance or disconnection from others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most alienating
συγκριτικός βαθμός
more alienating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lack of communication from management was alienating the staff.
Η έλλειψη επικοινωνίας από τη διοίκηση αποξένωνε το προσωπικό.
Λεξικό Δέντρο
alienating
alienate
alien



























