Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to alight
01
καθίζω, προσγειώνομαι
to settle or land on a surface, often referring to a bird or insect
Παραδείγματα
Bees buzzed around the garden, alighting on flowers to collect pollen for their hive.
Μέλισσες βούιζαν γύρω από τον κήπο, καθόταν στα λουλούδια για να συλλέξουν γύρη για τη φωλιά τους.
02
κατεβαίνω, βγαίνω
to get off or out of a vehicle or conveyance, especially after a journey
Παραδείγματα
The tourists alighted from the boat onto the pier.
Οι τουρίστες κατέβηκαν από το σκάφος στην προβλήτα.
alight
Παραδείγματα
Their campfire was still alight in the morning.
Η φωτιά τους ήταν ακόμα ανάμεινη το πρωί.
02
λαμπερός, φωτεινός
shining brightly with light
Παραδείγματα
The campfire left the surrounding area alight with a warm glow.
Η φωτιά του κατασκηνώματος άφησε την περιβάλλουσα περιοχή φωτεινή με μια ζεστή λάμψη.



























