to alight
Pronunciation
/əˈɫaɪt/

Ορισμός και σημασία του "alight"στα αγγλικά

to alight
01

καθίζω, προσγειώνομαι

to settle or land on a surface, often referring to a bird or insect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
alight
γ΄ ενικό πρόσωπο
alights
ενεστώτα μετοχή
alighting
απλός αόριστος
alit
παθητική μετοχή
alit
Παραδείγματα
Bees buzzed around the garden, alighting on flowers to collect pollen for their hive.
Μέλισσες βούιζαν γύρω από τον κήπο, καθόταν στα λουλούδια για να συλλέξουν γύρη για τη φωλιά τους.
02

κατεβαίνω, βγαίνω

to get off or out of a vehicle or conveyance, especially after a journey
Παραδείγματα
The tourists alighted from the boat onto the pier.
Οι τουρίστες κατέβηκαν από το σκάφος στην προβλήτα.
01

φλεγόμενος, καιόμενος

burning with flames
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their campfire was still alight in the morning.
Η φωτιά τους ήταν ακόμα ανάμεινη το πρωί.
02

λαμπερός, φωτεινός

shining brightly with light
Παραδείγματα
The campfire left the surrounding area alight with a warm glow.
Η φωτιά του κατασκηνώματος άφησε την περιβάλλουσα περιοχή φωτεινή με μια ζεστή λάμψη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store