flammable
fla
ˈflæ
flā
mma
ble
bəl
bēl
damnable

Ορισμός και σημασία του "flammable"στα αγγλικά

01

εύφλεκτος, καύσιμος

easily and quickly burned 
flammable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flammable
συγκριτικός βαθμός
more flammable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
materials, safety, chemistry
Παραδείγματα
Gasoline is highly flammable and should be stored in a safe and well-ventilated area. 

Η βενζίνη είναι πολύ εύφλεκτη και πρέπει να αποθηκεύεται σε ασφαλές και καλά αεριζόμενο χώρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

flammability
inflammable
nonflammable
flammable
flame
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store