burnable
bur
ˈbɜ:
nable
nəbl
nēbl
returnablediscernible

Ορισμός και σημασία του "burnable"στα αγγλικά

01

καύσιμος, εύφλεκτος

capable of being set on fire and consumed by flames 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most burnable
συγκριτικός βαθμός
more burnable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cardboard is burnable, so make sure to dispose of it in the recycling bin. 

Το χαρτόνι είναι εύφλεκτο, οπότε βεβαιωθείτε ότι το πετάτε στον κάδο ανακύκλωσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store