Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to envy
01
ζηλεύω
to feel unhappy or irritated because someone else has something that one desires
Transitive: to envy sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
envy
γ΄ ενικό πρόσωπο
envies
ενεστώτα μετοχή
envying
απλός αόριστος
envied
παθητική μετοχή
envied
Παραδείγματα
She envies her friend's success in her career and wishes she had the same opportunities.
Αυτή ζηλεύει την επιτυχία της φίλης της στην καριέρα της και εύχεται να είχε τις ίδιες ευκαιρίες.
02
ζηλεύω, φθονώ
to begrudge or feel unwillingness to give someone their due
Transitive: to envy sb
Παραδείγματα
He envied his friend the credit for the idea.
Αυτός ζήλευε τον φίλο του για την αναγνώριση της ιδέας.
Envy
01
φθόνος
a feeling of dissatisfaction, unhappiness, or anger that one might have as a result of wanting what others have
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
envies
Παραδείγματα
She couldn't help but feel a twinge of envy when she saw her friend's new car.
Δεν μπορούσε παρά να νιώσει ένα τσούξιμο φθόνου όταν είδε το καινούριο αυτοκίνητο της φίλης της.
02
αντικείμενο ζήλειας, πηγή ζήλειας
something that provokes feelings of jealousy or desire
Παραδείγματα
Her new car became the envy of her classmates.
Το καινούριο της αυτοκίνητο έγινε αντικείμενο ζήλειας των συμμαθητών της.



























