Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to envisage
01
φαντάζομαι, προβλέπω
to imagine something in one's mind, often considering it as a possible future scenario
Transitive: to envisage a future scenario
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
envisage
γ΄ ενικό πρόσωπο
envisages
ενεστώτα μετοχή
envisaging
απλός αόριστος
envisaged
παθητική μετοχή
envisaged
Παραδείγματα
Entrepreneurs often envisage innovative solutions to address market needs.
Οι επιχειρηματίες συχνά φαντάζονται καινοτόμες λύσεις για την αντιμετώπιση των αναγκών της αγοράς.



























