Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to envisage
01
φαντάζομαι, προβλέπω
to imagine something in one's mind, often considering it as a possible future scenario
Transitive: to envisage a future scenario
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
envisage
γ΄ ενικό πρόσωπο
envisages
ενεστώτα μετοχή
envisaging
απλός αόριστος
envisaged
παθητική μετοχή
envisaged
Παραδείγματα
The architect envisaged a modern and sustainable design for the new building.
Ο αρχιτέκτονας φαντάστηκε ένα μοντέρνο και βιώσιμο σχέδιο για το νέο κτίριο.



























