Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dissonance
01
δυσαρμονία, κακοφωνία
unpleasant composition of sounds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dissonances
Παραδείγματα
She winced at the dissonance in the music, which clashed with the otherwise harmonious melody.
Συστρέφτηκε στην δυσαρμονία στη μουσική, η οποία συνέκρουε με την κατά τα άλλα αρμονική μελωδία.
02
δυσαρμονία, παράφωνο
a combination of notes or chords that sounds harsh or unstable
Παραδείγματα
The composer used dissonance to create tension in the piece.
Ο συνθέτης χρησιμοποίησε δυσαρμονία για να δημιουργήσει ένταση στο κομμάτι.
03
δυσαρμονία, ασυμφωνία
a state of disagreement between people's opinions, actions, or personalities, often resulting in tension
Παραδείγματα
There was clear dissonance between the manager's words and his actions.
Υπήρχε σαφής δυσαρμονία ανάμεσα στα λόγια του διευθυντή και στις πράξεις του.
Λεξικό Δέντρο
dissonance
sonant



























