Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dissuasion
01
αποτροπή
the act of advising someone against doing something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
αποτροπή
a communication that dissuades you
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dissuasion
suasion



























