disobedience
dis
dɪs
dis
o
ə
ē
be
ˈbi:
bi
dience
diəns
diēns
expedienceobedience

Ορισμός και σημασία του "disobedience"στα αγγλικά

01

ανυπακοή, απείθεια

refusal to obey someone with authority 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disobediences
Παραδείγματα
His disobedience to the teacher’s instructions caused a disruption in the class. 

Η ανυπακοή του στις οδηγίες του δασκάλου προκάλεσε διακοπή στην τάξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store