Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disobedience
01
ανυπακοή, απείθεια
refusal to obey someone with authority
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
disobediences
Παραδείγματα
His disobedience to the teacher’s instructions caused a disruption in the class.
Η ανυπακοή του στις οδηγίες του δασκάλου προκάλεσε διακοπή στην τάξη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
disobedience
obedience
obedi



























