courthouse
court
ˈkɔ:t
kawt
house
haʊs
haws

Ορισμός και σημασία του "courthouse"στα αγγλικά

01

δικαστήριο, παλάτι δικαιοσύνης

a building containing judicial courts, offices of judges, etc. 
Dialectamerican flagAmerican
courthouse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
courthouses
Παραδείγματα
The trial was held at the county courthouse downtown. 

Η δίκη πραγματοποιήθηκε στο δικαστήριο στο κέντρο της πόλης.

02

δικαστικό μέγαρο, κτίριο δικαστηρίου

a government building that contains the administrative offices of a county 
Παραδείγματα
Residents went to the courthouse to file property deeds. 

Οι κάτοικοι πήγαν στο δικαστικό μέγαρο για να υποβάλλουν συμβόλαια ιδιοκτησίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store