Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to conjure
01
επικαλούμαι, προκαλώ
to summon or invoke a spirit, demon, or supernatural force, often through rituals or magic
Παραδείγματα
The wizard conjured a storm to scare away the invaders.
Ο μάγος επικαλέστηκε μια καταιγίδα για να τρομάξει τους εισβολείς.
02
συνωμοτώ, συνενούμαι
to secretly or covertly join in a conspiracy or plot, often with others
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conjure
γ΄ ενικό πρόσωπο
conjures
ενεστώτα μετοχή
conjuring
απλός αόριστος
conjured
παθητική μετοχή
conjured
Παραδείγματα
The thieves conjured a scheme to steal the valuable artifact without anyone noticing.
Οι κλέφτες σχεδίασαν ένα σχέδιο για να κλέψουν το πολύτιμο αντικείμενο χωρίς να το καταλάβει κανείς.
03
ικετεύω, παρακαλώ θερμά
to urgently or earnestly ask or plead with someone to do something
Ditransitive: to conjure sb to do sth
Παραδείγματα
She conjured him to stay a little longer, pleading for more time together.
Τον παρακάλεσε να μείνει λίγο ακόμα, ικετεύοντας για περισσότερο χρόνο μαζί.
Λεξικό Δέντρο
conjurer
conjuring
conjure



























