Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
common
01
κοινός, συχνός
frequently found, happening, or seen
Παραδείγματα
It 's common to see tourists in the city during the summer.
Είναι συνηθισμένο να βλέπεις τουρίστες στην πόλη το καλοκαίρι.
02
κοινός, συνηθισμένος
regular and without any exceptional features
Παραδείγματα
His response was so common that it did n’t stand out in the conversation.
Η απάντησή του ήταν τόσο κοινή που δεν ξεχώριζε στη συζήτηση.
Παραδείγματα
They shared a common heritage.
Μοιράστηκαν μια κοινή κληρονομιά.
Παραδείγματα
His common jokes were out of place at the formal dinner.
Τα κοινά του αστεία ήταν εκτός τόπου στο επίσημο δείπνο.
05
κοινός, συνηθισμένος
typical in status, often referring to those of lower social standing
Παραδείγματα
The common worker faced many challenges during the economic downturn.
Ο κοινός εργαζόμενος αντιμετώπισε πολλές προκλήσεις κατά τη διάρκεια της οικονομικής ύφεσης.
06
κοινός, συνηθισμένος
basic standards of respectful and ethical behavior that are generally expected in society
Παραδείγματα
Common sense is expected in most decision-making situations.
Η κοινή λογική αναμένεται στις περισσότερες καταστάσεις λήψης αποφάσεων.
Common
01
το κοινόχρηστο πάρκο, η δημόσια πλατεία
a public grassy area or park, often found in towns or villages, where people gather or engage in recreational activities
Παραδείγματα
The historic common had been a focal point of the community for generations.
Το ιστορικό common ήταν ένα κεντρικό σημείο της κοινότητας για γενιές.
Λεξικό Δέντρο
commonly
commonness
uncommon
common



























