shared
shared
ʃeəd
σεντ
shavedshadedshapedshred

Ορισμός και σημασία του "shared"στα αγγλικά

01

κοινόχρηστος, κοινός

available to or involving all parties 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
collaboration, resources, goals
Παραδείγματα
The shared goal of the project was to improve community services. 

Ο κοινός στόχος του έργου ήταν η βελτίωση των κοινοτικών υπηρεσιών.

02

μοιρασμένος, διανεμημένος

divided or distributed among multiple individuals or groups 
Παραδείγματα
The cake was shared among the guests at the party. 

Το κέικ μοιράστηκε μεταξύ των καλεσμένων στο πάρτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unshared
shared
share
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store