Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sharing
01
κοινή χρήση, μοιρασιά
using or enjoying something jointly with others
02
κοινή χρήση, κατανομή
a distribution in shares
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
03
κοινή χρήση, ανταλλαγή
sharing thoughts and feelings
04
κοινή χρήση, κοινή κατοχή
having in common
sharing
01
μοιραστικός, γενναιόδωρος
unselfishly willing to share with others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sharing
συγκριτικός βαθμός
more sharing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, character, social
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sharing
share



























