sharing
Pronunciation
/ˈʃɛɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "sharing"στα αγγλικά

01

κοινή χρήση, μοιρασιά

using or enjoying something jointly with others
sharing definition and meaning
02

κοινή χρήση, κατανομή

a distribution in shares
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
03

κοινή χρήση, ανταλλαγή

sharing thoughts and feelings
04

κοινή χρήση, κοινή κατοχή

having in common
01

μοιραστικός, γενναιόδωρος

unselfishly willing to share with others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sharing
συγκριτικός βαθμός
more sharing
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store