Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
typical
01
τυπικός, χαρακτηριστικός
having or showing the usual qualities of a particular group of people or things
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most typical
συγκριτικός βαθμός
more typical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It's typical for toddlers to start walking between the ages of 9 and 15 months.
Είναι τυπικό τα νήπια να αρχίζουν να περπατούν μεταξύ των ηλικιών των 9 και 15 μηνών.
02
τυπικός, χαρακτηριστικός
representing the usual characteristics of a person, thing, or group
Παραδείγματα
His punctuality is typical of a professional.
Η ακρίβειά του είναι τυπική ενός επαγγελματία.
03
τυπικός, κλασικός
expressing annoyance at behavior that is expected but also slightly irritating
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He's already telling dad jokes—typical.
Ήδη λέει αστεία μπαμπά—τυπικό.
04
τυπικός, χαρακτηριστικός
highlighting behavior or actions that are characteristic or expected of a particular person
ανεπίσημο
Παραδείγματα
She missed the bus again—typical Sarah.
Ξαναέχασε το λεωφορείο—τυπική Σάρα.
Λεξικό Δέντρο
antitypical
typicality
typically
typical
type



























